Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sɪzəl/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

sizzle (en)

  1. τσιτσιρίζω· κάνω το θόρυβο υγρού που βρίσκεται σε καυτή επιφάνεια
  2. συριγμός
  3. έχω ζωντάνια, ικανότητα να διεγείρω και να συγκινώ
    The song sizzled with energy.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sizzle (en)

  1. (αριθμητό) τσιτσίρισμα
    We heard the sizzle of the onions hitting the pan.
  2. (μη αριθμητό) ζωντάνια, ικανότητα να διεγείρεις και να συγκινείς
    Her performance had a lot of sizzle.