skóra

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 Ήχος (PL)βοήθεια, αρχείο

ΔΦΑ : /ˈsku.ra/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

skóra (pl) θηλυκό

  1. το δέρμα
  2. η φλούδα