skarbonka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική skarbonka skarbonki
γενική skarbonki skarbonek
δοτική skarbonce skarbonkom
αιτιατική skarbonkę skarbonki
οργανική skarbonką skarbonkami
τοπική skarbonce skarbonkach
κλητική skarbonko skarbonki

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

skarbonka (pl) θηλυκό

  1. ο κουμπαράς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]