skeud

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βρετονικά (br) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /skød/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

skeud (br) αρσενικό (πληθυντικός: skeudoù) (/ˈskø.dɔʊ/)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

skeud < verlan του disque

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /skœd/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
skeud skeuds

skeud (fr) αρσενικό

  • (αργκό) ο δίσκος
    Mon nouveau skeud enfin dans les bacs ! - Ο νέος μου δίσκος βγήκε επιτέλους στην πώληση!