skilled
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | skilled |
| συγκριτικός | more skilled |
| υπερθετικός | most skilled |
Επίθετο
[επεξεργασία]skilled (en)
- επιδέξιος, που έχει αρκετή ικανότητα, εμπειρία και γνώση ώστε να μπορεί να κάνει κάτι καλά
- ειδικός, ειδικευμένος, για δουλειά που απαιτεί ειδίκευση
He is skilled in plastic surgery.
- Είναι ειδικός στις πλαστικές εγχειρήσεις.
Skilled staff are wanted for the staffing of an insurance company.
- Ζητείται ειδικευμένο προσωπικό για τη στελέχωση ασφαλιστικής εταιρείας.