Μετάβαση στο περιεχόμενο

skilled

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός skilled
συγκριτικός more skilled
υπερθετικός most skilled

Επίθετο

[επεξεργασία]

skilled (en)

  1. επιδέξιος, που έχει αρκετή ικανότητα, εμπειρία και γνώση ώστε να μπορεί να κάνει κάτι καλά
    παράδειγμα  She is highly skilled at dealing with difficult customers.
    Είναι ιδιαίτερα επιδέξια στο να αντιμετωπίζει δύσκολους πελάτες.
     συνώνυμα:  deft
  2. ειδικός, ειδικευμένος, για δουλειά που απαιτεί ειδίκευση
    παράδειγμα  He is skilled in plastic surgery.
    Είναι ειδικός στις πλαστικές εγχειρήσεις.
    παράδειγμα  Skilled staff are wanted for the staffing of an insurance company.
    Ζητείται ειδικευμένο προσωπικό για τη στελέχωση ασφαλιστικής εταιρείας.