Μετάβαση στο περιεχόμενο

skillet

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
skillet skillets

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

skillet (en)