skutek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

skutek (pl) αρσενικό

  1. το αποτέλεσμα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • na skutek (czegoś): εξαιτίας (κάποιου πράγματος), (κυριολεκτικά: σαν αποτέλεσμα)