slain

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sleɪn/

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

slain (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος slay