slikke

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

slikke < ολλανδική slijk (λάσπη)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
slikke slikkes

slikke (fr) θηλυκό

  1. το χαμηλότερο μέρος της παραθαλάσσιας ζώνης που εμφανίζεται μόνο με πολύ χαμηλή άμπωτη
     αντώνυμα: schorre

Δείτε επίσης[επεξεργασία]