slikke

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

slikke < ολλανδική slijk (λάσπη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
slikke slikkes

slikke (fr) θηλυκό

  1. το χαμηλότερο μέρος της παραθαλάσσιας ζώνης που εμφανίζεται μόνο με πολύ χαμηλή άμπωτη
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: schorre

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]