slon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: słoń

Βοσνιακά (bs)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

slon (bs) αρσενικό



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

slon (cs) αρσενικό

  1. ο ελέφαντας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]