slon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: słoń

Βοσνιακά (bs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

slon (bs) αρσενικό



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

slon (cs) αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]