sluiten

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

sluiten 

Ρήμα[επεξεργασία]

sluiten (nl) (αόρ. : sloot, παθ. μτχ. : gesloten)