slurp
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | slurp |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | slurps |
| αόριστος | slurped |
| παθητική μετοχή | slurped |
| ενεργητική μετοχή | slurping |
Ρήμα
[επεξεργασία]slurp (en)
- ρουφώ
I slurp the soup
- ρουφάω τη σούπα
| ενεστώτας | slurp |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | slurps |
| αόριστος | slurped |
| παθητική μετοχή | slurped |
| ενεργητική μετοχή | slurping |
slurp (en)