smak

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /smak/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

smak (pl) αρσενικό

  1. η γεύση ως:
    • μία από τις πέντε αισθήσεις
    • η εντύπωση που δημιουργεί στη γλώσσα κάτι που τρώμε
    • (μεταφορικά) η ευχάριστη ή δυσάρεστη εντύπωση που αφήνει κάτι που ζούμε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]