smiech
Εμφάνιση
Σλοβακικά (sk)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]smiech, -u (sk) αρσενικό
- το γέλιο
Πηγές
[επεξεργασία]- smiech - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025