Μετάβαση στο περιεχόμενο

smite

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας smite
γ΄ ενικό ενεστώτα smites
αόριστος smote, smitted
παθητική μετοχή smitten, smitted
ενεργητική μετοχή smitting
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

smite (en)