Μετάβαση στο περιεχόμενο

smother

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας smother
γ΄ ενικό ενεστώτα smothers
αόριστος smothered
παθητική μετοχή smothered
ενεργητική μετοχή smothering

smother (en) (μεταβατικό)

  1. πνίγω, σκοτώνω κάποιον καλύπτοντας το πρόσωπό του για να προκαλεσει ασφυξία
    παράδειγμα  He smothered her with the pillow.
    Την έπνιξε με το μαξιλάρι.
  2. πνίγω, καλύπτω κάτι ή κάποιον πυκνά ή με πάρα πολύ κάτι
    παράδειγμα  His aunt smothered him with kisses.
    Η θεία του του έπνιξε στα φιλιά.
  3. καταπνίγω, δεν αφήνω να εκδηλωθεί
    παράδειγμα  I tried to smother a yawn.
    Προσπάθησα να καταπνίξω ένα χασμουρητό.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη stifle