Μετάβαση στο περιεχόμενο

smudge

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
smudge smudges

smudge (en)

  • η μουντζούρα, βρώμικο σημάδι χωρίς καθαρό σχήμα
    παράδειγμα  You have smudges on your face.
    Έχεις μουτζούρες στο πρόσωπό σου.
     συνώνυμα: smear
ενεστώτας smudge
γ΄ ενικό ενεστώτα smudges
αόριστος smudged
παθητική μετοχή smudged
ενεργητική μετοχή smudging

smudge (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) μουντζουρώνω, αγγίζω ή τρίβω κάτι, ειδικά βρεγμένο μελάνι ή μπογιά, για να μην είναι πλέον καθαρό
    παράδειγμα  He had smudged his signature with his sleeve.
    Είχε μουτζουρώσει την υπογραφή του με το μανίκι του.
    παράδειγμα  Her tears smudged her mascara.
    Τα δάκρυά της μουτζούρωσαν τη μάσκαρά της.
    παράδειγμα  Her lipstick had smudged.
    Το κραγιόν της είχε μουτζουρωθεί.
  2. (μεταβατικό) μουντζουρώνω, λερώνω με ένα σημάδι σε μια επιφάνεια
    παράδειγμα  He smeared his hands with ink.
    Μουτζούρωσε τα χέρια του με μελάνι.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]