smudge
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| smudge | smudges |
smudge (en)
- η μουντζούρα, βρώμικο σημάδι χωρίς καθαρό σχήμα
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | smudge |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | smudges |
| αόριστος | smudged |
| παθητική μετοχή | smudged |
| ενεργητική μετοχή | smudging |
smudge (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) μουντζουρώνω, αγγίζω ή τρίβω κάτι, ειδικά βρεγμένο μελάνι ή μπογιά, για να μην είναι πλέον καθαρό
He had smudged his signature with his sleeve.
- Είχε μουτζουρώσει την υπογραφή του με το μανίκι του.
Her tears smudged her mascara.
- Τα δάκρυά της μουτζούρωσαν τη μάσκαρά της.
Her lipstick had smudged.
- Το κραγιόν της είχε μουτζουρωθεί.
- (μεταβατικό) μουντζουρώνω, λερώνω με ένα σημάδι σε μια επιφάνεια
He smeared his hands with ink.
- Μουτζούρωσε τα χέρια του με μελάνι.