snuggle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

snuggle (en)

  1. χουχουλιάζω βολικά-άνετα, απολαμβάνω θαλπωρή
    • χουζουρεύω
  2. (μεταφορικά) συνταιριάζω, μεταφορικά για εξαρτήματα που "δένουν" μεταξύ τους

Αρχείο Βικιλεξικού[επεξεργασία]

αρμόζω αγγλικά : : snuggle (en) 3 KB (30 λέξεις) - 00:23, 8 Δεκεμβρίου 2016

snuggle (en)

2 KB (27 λέξεις) - 09:47, 28 Ιανουαρίου 2016 αγκάλιασμα αγγλικά : hug (en), embrace (en), cuddle (en), snuggle (en) γαλλικά : embrassade (fr) εβραϊκά : חיבוק (he) 2 KB (29 λέξεις) - 08:09, 27 Αυγούστου 2013