sobriquet
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- sobriquet < sobriquer
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| sobriquet | sobriquets |
sobriquet (fr)
| ενικός | πληθυντικός |
| sobriquet | sobriquets |
sobriquet (fr)