solange

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

solange (de)

  • εφόσον, ενώ, όσο
    trink dein Tee, solange er noch warm ist - πιες το τσάι σου, όσο ακόμα είναι ζεστό