Μετάβαση στο περιεχόμενο

someone

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
someone < some + one

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

someone (en)