sommaire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sommaire sommaires

sommaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. συνοπτικός
  2. πρόχειρος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sommaire sommaires

sommaire (fr) αρσενικό

  1. συνοπτικός πίνακας περιεχομένων
    δείτε τις λέξεις index και table des matières