Μετάβαση στο περιεχόμενο

sommaire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sommaire sommaires

sommaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. συνοπτικός
  2. περιληπτικός
  3. πρόχειρος
  4. υποτυπώδης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sommaire sommaires

sommaire (fr) αρσενικό