son-in-law

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

son-in-law (en)

  • ο γαμπρός (ο άντρας της κόρης μου ή του γιου μου)