sonho

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sonho sonhos

sonho (pt) θηλυκό

  1. το όνειρο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]