soothe

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

soothe (en)

  1. (μεταβατικό) ηρεμώ, καλμάρω
  2. (μεταβατικό) ανακουφίζω έναν πόνο ή ένα βάρος
  3. (αμετάβατο) φέρνω ηρεμία, ανακούφιση