Μετάβαση στο περιεχόμενο

sopirĝemi

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από sopirg'emi)

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sopirĝemi < sopir- + ĝem- + -i
ρήμα sopirĝemi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας sopirĝemas sopirĝemanta sopirĝemata
αόριστος sopirĝemis sopirĝeminta sopirĝemita
μέλλοντας sopirĝemos sopirĝemonta sopirĝemota
υποθετική sopirĝemus - -
προστακτική sopirĝemu - -

sopirĝemi (eo)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

sopirgxemi, sopirghemi, sopirg'emi