sorĉi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sorĉi < sorĉ- + -i
ρήμα sorĉi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας sorĉas sorĉanta sorĉata
αόριστος sorĉis sorĉinta sorĉita
μέλλοντας sorĉos sorĉonta sorĉota
υποθετική sorĉus - -
προστακτική sorĉu - -

sorĉi (eo)