souffrance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
souffrance souffrances

souffrance (fr) θηλυκό

  1. το δεινό, η συνεχής οδύνη ή θλίψη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]