souillure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
souillure souillures

souillure (fr) θηλυκό

  1. (σπάνιο) λεκές, βρόμα
  2. (μεταφορικά) (λογοτεχνία) ταπείνωση, ατιμία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]