spółgłoska
Εμφάνιση
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | spółgłoska | spółgłoski |
| γενική | spółgłoski | spółgłosek |
| δοτική | spółgłosce | spółgłoskom |
| αιτιατική | spółgłoskę | spółgłoski |
| οργανική | spółgłoską | spółgłoskami |
| τοπική | spółgłosce | spółgłoskach |
| κλητική | spółgłosko | spółgłoski |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]spółgłoska (pl) θηλυκό
- (γλωσσολογία) το σύμφωνο