spacerować

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

spacerować (pl)

  1. περιπατώ, κάνω περίπατο, βολτάρω