spade

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spade (en)

  1. φτυάρι για σκάψιμο στον κήπο
  2. το μπαστούνι της τράπουλας (♠)

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

  • spayed (στειρωμένο θηλυκό· για αρσενικό λέμε neutered: στειρωμένος)