spadochroniarz

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) spadochroniarz spadochroniarze
γενική (dopełniacz) spadochroniarza spadochroniarzy
δοτική (celownik) spadochroniarzowi spadochroniarzom
αιτιατική (biernik) spadochroniarza spadochroniarzy
οργανική (narzędnik) spadochroniarzem spadochroniarzami
τοπική (miejscownik) spadochroniarzu spadochroniarzach
κλητική (wołacz) spadochroniarzu spadochroniarze

Ετυμολογία [επεξεργασία]

spadochroniarz < spadochron

Προφορά[επεξεργασία]

spadochroniarz 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spadochroniarz (pl) αρσενικό

  1. αλεξιπτωτιστής
  2. (μεταφορικά) μαθητής που επαναλαμβάνει την τάξη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]