Μετάβαση στο περιεχόμενο

spank

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
spank spanks

spank (en)

  • το καταχέρισμα, χτύπημα που δίνεται πολλές φορές στον πισινό ως τιμωρία, ειδικά σε ένα παιδί
    παράδειγμα  A good spank was heard accompanied by a high-pitched cry.
    Ακούστηκε ένα καλό καταχέρισμα που το συνόδευε κλάμα τσιριχτό.
ενεστώτας spank
γ΄ ενικό ενεστώτα spanks
αόριστος spanked
παθητική μετοχή spanked
ενεργητική μετοχή spanking

spank (en)

  • καταχερίζω, δέρνω κάποιον, ειδικά ένα παιδί, πολλές φορές στο πισινό του ως τιμωρία
    παράδειγμα  I will spank you, if you don’t sit tight.
    θα σε καταχερίσω, αν δεν κάτσεις καλά.
    παράδειγμα  ”I will spank you if you do that again,” Johnny’s father told him.
    «Θα σε δείρω, αν το ξανακάμεις», είπε στο Γιαννάκη ο πατέρας του.

Συγγενικά

[επεξεργασία]