Μετάβαση στο περιεχόμενο

spata

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]


1η κλίση, θηλυκό παροξύτονο ισοσύλλαβο
↓ πτώσεις       ενικός       πληθυντικός
ονομαστική
spàta
spàte
γενική
spàta
spatò
αιτιατική
spàta
spàte
κλητική
spàta
spàte
1. Εναλλακτικός τύπος (Καλαβρία)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
spata < (άμεσο δάνειο) σικελική spata < λατινική spatha < αρχαία ελληνική σπάθη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

spata (spàta)

  • spáta ~ spatí ~ spasí - σελίδα 226 -Astorre Pellegrini Il dialetto greco-calabro di Bova [Η ελληνοκαλαβρική διάλεκτος της Μπόβα], τόμος 1ος, Torino, Ρώμη: Ermanno Loescher, 1880