spate

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spate (en)

  1. κύμα, σειρά ενεργειών
    a spate of robberies
  2. πλημμύρα, φούσκωμα ποταμού



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spate (ro)