species
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| species | species |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]species (en)
- το είδος
The wolf and the dog belong to the same species, Canis lupus.
- Ο λύκος και το σκυλί ανήκουν στο ίδιο είδος, το Canis lupus.
There are about 10,000 species of birds in the world.
- Υπάρχουν περίπου 10.000 είδη πουλιών στον κόσμο.
Πηγές
[επεξεργασία]
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- species < specio < πρωτοϊταλική *spekjō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *spéḱyeti < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *speḱ- (βλέπω, παρατηρώ) + *-yeti
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]species (la)
- η όψη
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | speciēs | speciēs |
| γενική | specieī | - |
| δοτική | specieī | - |
| αιτιατική | speciem | speciēs |
| κλητική | speciēs | speciēs |
| αφαιρετική | speciē | - |
Πηγές
[επεξεργασία]- species - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.