spectaculaire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
spectaculaire spectaculaires

Επίθετο

[επεξεργασία]

spectaculaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό