Μετάβαση στο περιεχόμενο

spectrum

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
spectrum spectra

spectrum (en)



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα