Μετάβαση στο περιεχόμενο

spiritualité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
spiritualité spiritualités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

spiritualité (fr) θηλυκό