spodek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈspɔ.dɛk/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

spodek (pl) αρσενικό

  1. το πιατάκι



Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

spodek (cs) αρσενικό

  1. το κάτω μέρος
  2. (χαρτοπαίγνια) ο βαλές