spokój

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈspɔkuj/
spokój 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spokój (pl) αρσενικό

  1. η ησυχία, η ηρεμία

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • daj spokój: παράτα μας, άσε με ήσυχο