spook

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spook (en)

  1. φάντασμα, στοιχειό
  2. κατάσκοπος

Ρήμα[επεξεργασία]

spook (en)

  1. φοβίζω, τρομάζω
  2. (συνήθως για ζώα) κινούμαι ξανφικά (και συχνά βίαια) από φόβο



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

spook 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spook (nl)