spot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

spot < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /XXX/

Ρήμα[επεξεργασία]

spot (en)

  1. διακρίνω, εντοπίζω, επισημαίνω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spot (en)

  1. σημείο, τόπος, θέση
    Show us the exact spot where you found the gun.
    Δείξε μας την ακριβή θέση όπου βρήκες το όπλο.
  2. κηλίδα, λεκές
  3. στάλα
  4. βούλα, στίγμα, πουά
  5. σπυρί
  6. σφήνα σε πρόγραμμα

Αναγραμματισμοί[επεξεργασία]