spot
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| spot | spots |
spot (en)
- η κηλίδα, η βούλα, το στίγμα, μια μικρή περιοχή που διαφέρει, ειδικά στο χρώμα, από την επιφάνεια στην οποία βρίσκεται
We have a dog with black spots.
- Έχουμε ένα σκυλί με μαύρες κηλίδες.
The leopard has many spots.
- Ο λεοπάρδαλης έχει πολλές βούλες.
Butterflies have colorful spots on their wings.
- Οι πεταλούδες έχουν πολύχρωμα στίγματα στα φτερά τους.
- (βρετανική σημασία) η βούλα, το πουά σε ρούχο
- το σπυρί, το μπιμπίκι, μικρό σημάδι ή εξόγκωμα στο δέρμα ενός ατόμου
- ο λεκές, η κηλίδα, το στίγμα, ένα μικρό βρώμικο σημάδι που αφήνεται σε κάτι
- το σημείο, η θέση, ο τόπος, μια συγκεκριμένη θέση
I have a sore spot on the back of my neck.
- Έχω ένα ερεθισμένο σημείο στο σβέρκο μου.
It’s a good spot for a hotel.
- Αυτό είναι καλό σημείο για ξενοδοχείο.
I lost the spot I was at in the book./I lost the spot where I was in the book.
- Έχασα το σημείο που ήμουν στο βιβλίο.
Show us the exact spot where you found the gun.
- Δείξε μας την ακριβή θέση όπου βρήκες το όπλο.
This is exactly the spot where I found it.
- Εδώ είναι ακριβώς ο τόπος όπου το βρήκα.
- (συνήθως πληθυντικός) η στάλα, μικρή ποσότητα ενός υγρού
- σφήνα σε πρόγραμμα
Σύνθετα
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | spot |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | spots |
| αόριστος | spotted |
| παθητική μετοχή | spotted |
| ενεργητική μετοχή | spotting |
spot (en)