Μετάβαση στο περιεχόμενο

spot

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
spot spots

spot (en)

  1. η κηλίδα, η βούλα, το στίγμα, μια μικρή περιοχή που διαφέρει, ειδικά στο χρώμα, από την επιφάνεια στην οποία βρίσκεται
    παράδειγμα  We have a dog with black spots.
    Έχουμε ένα σκυλί με μαύρες κηλίδες.
    παράδειγμα  The leopard has many spots.
    Ο λεοπάρδαλης έχει πολλές βούλες.
    παράδειγμα  Butterflies have colorful spots on their wings.
    Οι πεταλούδες έχουν πολύχρωμα στίγματα στα φτερά τους.
  2. (βρετανική σημασία) η βούλα, το πουά σε ρούχο
    παράδειγμα  She bought a white dress with blue spots.
    Αγόρασε ένα άσπρο φόρεμα με μπλε βούλες.
     συνώνυμα: polka dot
  3. το σπυρί, το μπιμπίκι, μικρό σημάδι ή εξόγκωμα στο δέρμα ενός ατόμου
     δείτε τις λέξεις pimple και zit
  4. ο λεκές, η κηλίδα, το στίγμα, ένα μικρό βρώμικο σημάδι που αφήνεται σε κάτι
    παράδειγμα  Spots of wine are difficult to clean.
    Οι λεκέδες από κρασί είναι δύσκολοι να καθαριστούν.
    παράδειγμα  His pants had spots of blood on them.
    Το παντελόνι του είχε κηλίδες από αίμα.
    παράδειγμα  There are spots of ink on your shirt.
    Υπάρχουν στίγματα μελανιού στο πουκάμισο σου.
     συνώνυμα: stain
  5. το σημείο, η θέση, ο τόπος, μια συγκεκριμένη θέση
    παράδειγμα  I have a sore spot on the back of my neck.
    Έχω ένα ερεθισμένο σημείο στο σβέρκο μου.
    παράδειγμα  It’s a good spot for a hotel.
    Αυτό είναι καλό σημείο για ξενοδοχείο.
    παράδειγμα  I lost the spot I was at in the book./I lost the spot where I was in the book.
    Έχασα το σημείο που ήμουν στο βιβλίο.
    παράδειγμα  Show us the exact spot where you found the gun.
    Δείξε μας την ακριβή θέση όπου βρήκες το όπλο.
    παράδειγμα  This is exactly the spot where I found it.
    Εδώ είναι ακριβώς ο τόπος όπου το βρήκα.
  6. (συνήθως πληθυντικός) η στάλα, μικρή ποσότητα ενός υγρού
    παράδειγμα  I felt spots of rain.
    Ένιωσα στάλες βροχής.
     συνώνυμα: drop
  7. σφήνα σε πρόγραμμα

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]
ενεστώτας spot
γ΄ ενικό ενεστώτα spots
αόριστος spotted
παθητική μετοχή spotted
ενεργητική μετοχή spotting

spot (en)

  • διακρίνω, εντοπίζω, μυρίζομαι
    παράδειγμα  I spotted him in the crowd.
    Τον διέκρινα στο πλήθος.
    παράδειγμα  Our radars spotted enemy planes.
    Τα ραντάρ μας εντόπισαν εχθρικά αεροπλάνα.
    παράδειγμα  The thieves went in and went out without being spotted.
    Οι κλέφτες μπήκαν και βγήκαν, χωρίς να τους μυριστούν.
     συνώνυμα: notice

Αναγραμματισμοί

[επεξεργασία]