Μετάβαση στο περιεχόμενο

spring up

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας spring up
γ΄ ενικό ενεστώτα springs up
αόριστος sprang up, sprung up
παθητική μετοχή sprung up
ενεργητική μετοχή springing up

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
spring up <  δείτε τις λέξεις spring και up

spring up (en)

  • ξεφυτρώνω, ξεπετάγομαι, γεννιέμαι, εμφανίζομαι γρήγορα ή/και ξαφνικά
    παράδειγμα  Weeds are springing up everywhere.
    Ξεφυτρώνουν παντού χορτάρια.
    παράδειγμα  I don’t know how he sprang up in front of me.
    Δεν ξέρω πώς ξεφύτρωσε μπροστά μου.
    παράδειγμα  They sprung up so fast that I couldn’t react.
    Ξεπετάχτηκαν τόσο γρήγορα που δεν μπόρεσα να αντιδράσω.
    παράδειγμα  A suspicion/doubt sprung up in her mind.
    Μια υποψία/αμφιβολία γεννήθηκε στο μυαλό της.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη appear