stagnant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

stagnant (en)

stagnant waters - λιμνάζοντα νερά
a stagnant economy - μία οικονομία σε στασιμότητα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

stagnant (fr)

eaux stagnantes - λιμνάζοντα νερά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: stagner



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

stagnant (ro)

  1. στάσιμος