stand out
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | stand out |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | stands out |
| αόριστος | stood out |
| παθητική μετοχή | stood out |
| ενεργητική μετοχή | standing out |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]stand out (en)
- (αμετάβατο) ξεχωρίζω, αναδεικνύομαι ως καλύτερος ανάμεσα σε όμοιούς μου
Based on the 2021 information, the group stands out, which in this interval achieved an increase in revenue of over 100%.
- Με βάση τα στοιχεία του 2021, ξεχωρίζει ο όμιλος που στο διάστημα αυτό πέτυχε αύξηση των εσόδων του πάνω από 100%.
- ≈ συνώνυμα: highlight, single out
- (αμετάβατο) ξεχωρίζω, προβάλλω, που διακρίνεται εύκολα
The lettering stood out well against the dark background.
- Τα γράμματα ξεχώριζαν έντονα πάνω στο σκοτεινό φόντο.
Her dress made her stand out in the crowd.
- Το φόρεμά της την έκανε να ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος.
It stands out in an imposing manner in the core of the valley.
- Προβάλλει επιβλητικό στον πυρήνα της κοιλάδας.