Μετάβαση στο περιεχόμενο

stand out

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας stand out
γ΄ ενικό ενεστώτα stands out
αόριστος stood out
παθητική μετοχή stood out
ενεργητική μετοχή standing out

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
stand out < → δείτε τις λέξεις stand και out

stand out (en)

  1. (αμετάβατο) ξεχωρίζω, αναδεικνύομαι ως καλύτερος ανάμεσα σε όμοιούς μου
    παράδειγμα  Based on the 2021 information, the group stands out, which in this interval achieved an increase in revenue of over 100%.
    Με βάση τα στοιχεία του 2021, ξεχωρίζει ο όμιλος που στο διάστημα αυτό πέτυχε αύξηση των εσόδων του πάνω από 100%.
    ≈ συνώνυμα: highlight, single out
  2. (αμετάβατο) ξεχωρίζω, προβάλλω, που διακρίνεται εύκολα
    παράδειγμα  The lettering stood out well against the dark background.
    Τα γράμματα ξεχώριζαν έντονα πάνω στο σκοτεινό φόντο.
    παράδειγμα  Her dress made her stand out in the crowd.
    Το φόρεμά της την έκανε να ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος.
    παράδειγμα  It stands out in an imposing manner in the core of the valley.
    Προβάλλει επιβλητικό στον πυρήνα της κοιλάδας.