standby
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| standby | standbys |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]standby (en)
- η κατάσταση αναμονής
- το να είσαι σε λίστα αναμονής (πχ για να ταξιδέψεις με αεροπλάνο)
- κάτι δοκιμασμένο, που χρησιμοποιείται πολύ συχνά