Μετάβαση στο περιεχόμενο

standby

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: stand by

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
standby standbys

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

standby (en)

  1. η κατάσταση αναμονής
  2. το να είσαι σε λίστα αναμονής (πχ για να ταξιδέψεις με αεροπλάνο)
  3. κάτι δοκιμασμένο, που χρησιμοποιείται πολύ συχνά

Εκφράσεις

[επεξεργασία]