startle
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | startle |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | startles |
| αόριστος | startled |
| παθητική μετοχή | startled |
| ενεργητική μετοχή | startling |
Ρήμα
[επεξεργασία]startle (en)
- τρομάζω, ξαφνιάζω, αιφνιδιάζω, τρομάζω κάποιον ξαφνικά με τρόπο που τον φοβίζει ελαφρά
He startled her and made her spill her drink.
- Την τρόμαξε και την έκανε να χύσει το ποτό της.
I didn’t mean to startle you.
- Δεν ήθελα να σε τρομάξω.
The explosion startled the horse.
- Η έκρηξη τρόμαξε το άλογο.
I was startled by her question.
- Με ξάφνιασε η ερώτησή της.
It startled me to find her sitting in my office.
- Με αιφνιδίασε να τη βρω να κάθεται στο γραφείο μου.