Μετάβαση στο περιεχόμενο

startle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας startle
γ΄ ενικό ενεστώτα startles
αόριστος startled
παθητική μετοχή startled
ενεργητική μετοχή startling

startle (en)

  • τρομάζω, ξαφνιάζω, αιφνιδιάζω, τρομάζω κάποιον ξαφνικά με τρόπο που τον φοβίζει ελαφρά
    παράδειγμα  He startled her and made her spill her drink.
    Την τρόμαξε και την έκανε να χύσει το ποτό της.
    παράδειγμα  I didn’t mean to startle you.
    Δεν ήθελα να σε τρομάξω.
    παράδειγμα  The explosion startled the horse.
    Η έκρηξη τρόμαξε το άλογο.
    παράδειγμα  I was startled by her question.
    Με ξάφνιασε η ερώτησή της.
    παράδειγμα  It startled me to find her sitting in my office.
    Με αιφνιδίασε να τη βρω να κάθεται στο γραφείο μου.