Μετάβαση στο περιεχόμενο

statki

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

statki (pl) μη αρρενοπροσωπικό, στον πληθυντικό

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]